Οι φίλοι του μπλοκ

Σάββατο 26 Νοεμβρίου 2011

Galanthus reginae - olgae subsp. reginae-olgae


Πελλάνα (Λακωνία) 31/10/2009 
φωτογραφία Γιάννης Κοφινάς

Ο Galanthus reginae-olgae (Orph. 1876) subsp. reginae olgae  περιγράφηκε από τον καθηγητή Θεόδωρο Ορφανίδη με φυτά από τον Ταΰγετο. Θεωρήθηκε ενδημικό της Πελοποννήσου αλλά τελικά βρέθηκε και στην Αττική, όπως και στην Σικελία, την Μάλτα και στη ΝΔ Βαλκανική. Στην Κέρκυρα περιγράφηκε το υποείδος Galanthus reginae - olgae subsp. corcyrensis, που έχει φύλλα παρόντα κατά την άνθιση, αλλά τώρα θεωρείται παραλλαγή του τυπικού υποείδους.
Βιότοπος: υγρές θέσεις με πλατάνια ή θάμνους και δάση ελάτης, σε υψόμετρα 100-1300 μ. 
Φύλλα γλαυκοπράσινα με πλάτος 5-12 χιλιοστά, που εμφανίζονται μετά την άνθιση.
Άνθη με εξωτερικά πέταλα λογχοειδή. Εσωτερικά πέταλα με στενή ανοιχτοπράσινη κηλίδα στο άκρο τους. 
Άνθιση: Σεπτέμβριος - Νοέμβριος.
Ετυμολογία:
Galanthus <, γάλα + άνθος ==>  επειδή τα άνθη είναι λευκά σαν το γάλα.
reginae-olgae < αφιερωμένο στην βασίλισσα Όλγα (1851-1926) σύζυγο του βασιλιά της Ελλάδας Γεωργίου Α'.
Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 1995).

Ταΰγετος 25/10/2008
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης



Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2011

Colchicum pusillum

Ηρακλειά 23/11/2011 Κυκλάδες
φωτογραφία Γιάννης Γαβαλάς

Το Colchicum pusillum (Sieber 1822) φύεται στη Νότια Ελλάδα και την Κρήτη, από την οποία και περιγράφηκε το 1822 από τον Αυστριακό φυσιοδίφη Ζήμπερ (Sieber). 
Είναι συγγενικό με το μεγάλης εξάπλωσης Colchicum cupanii (με δύο μεγάλα πλατιά φύλλα) αλλά ξεχωρίζει από τους ανοιχτόχρωμους ανθήρες και τα πολλά και στενόμακρα φύλλα του. 
Ανθίζει το φθινόπωρο σε πετρώδεις θέσεις.

Ετυμολογία:
Colchicum < Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
pusilluum < υποκοριστικό του púsus (μικρός).

Τήνος 07/11/2010 Κυκλάδες
φωτογραφία (c) Παναγιώτης Κουμπέτσος


Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Crocus boryi

Κέρκυρα 09/10/2010
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Ο Crocus boryi (Gay 1831) είναι κατά βάση ελληνικό ενδημικό, που φύεται σε λίγες θέσεις και στην Νότια Αλβανία. Ευδοκιμεί στην Κέρκυρα, Λευκάδα, Κεφαλονιά, Ζάκυνθο, Αιτωλοακαρνανία, Κυπαρισσία, Πύλο, Μεθώνη, Καλαμάτα, Ταΰγετο, Μάνη (σε πολλές θέσεις), Μονεμβασιά, Κυνουρία, Κύθηρα και (κάνοντας ένα γεωγραφικό άλμα) στην ανατολική Κρήτη.
Βιότοπος: πετρώδη εδάφη, βραχώδεις λόφοι, πρανή φαραγγιών, παλιοί ελαιώνες, λιβάδια, θαμνότοποι σε υψόμετρα 0-1500 μ.
Φύλλα γραμμοειδή στο ύψος των ανθέων.
Άνθη ολόλευκα, ορισμένες φορές κρεμ. Ο λαιμός έχει βαθύ κίτρινο χρώμα. Στίγματα κιτρινοπορτοκαλί, σχισμένα σε λεπτά νημάτια, κοντύτερα από το περιάνθιο. Ανθήρες λευκοί. 
Ανθίζει Σεπτέμβριο – Δεκέμβριο.

Ετυμολογία:
Crocus < κρόκος < πιθανώς από την κρόκη (υφάδι) από τα γεννητικά όργανα (ανθήρες, κλπ) που έχουν παρόμοιο σχήμα με τα υφάδια.
boryi < αφιερωμένος στον Γάλλο βοτανικό Baptiste Geneviève Marcellin Bory de Saint-Vincent (1778–1846).

Άστρος Κυνουρίας - Αρκαδία 25/10/2008



Crocus cartwrightianus

Πάνειον όρος 02/11/2008 Μεσόγεια Αττικής
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Ο Crocus cartwrightianus (Herbert 1843) είναι ενδημικός του νότιου Αιγαίου. Είναι ο άγριος πρόγονος του καλλιεργήσιμου κρόκου.
Συνώνυμα: Crocus sativus var. cartwrighitianus (Maw 1873) // Crocus graecus (Chapp. 1873) 
Βιότοπος: βραχώδεις τοποθεσίες, χαμηλοί θαμνότοποι και αραιά πευκοδάση, σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.000 μ.
Τα άνθη του είναι μοβ με σκούρες νευρώσεις. Είναι αρωματικά και δεν κλείνουν τη νύχτα, όπως σχεδόν όλων των κρόκων. Εμφανίζονται και άνθη λευκά με μοβ με νευρώσεις. Στίγματα κόκκινα, ακέραια, μεγάλα που κρέμονται έξω από το περιάνθιο. Ανθήρες κίτρινοι. Φύλλα 7-12 παρόντα κατά την άνθηση. 
Ανθίζει Οκτώβριο – Δεκέμβριο, σε μια στενή σχετικά περιοχή που περιλαμβάνει την Δυτική Κρήτη (Χανιά), αρκετά νησιά των Κυκλάδων (Σαντορίνη, Νάξο, Μύκονο, Τήνο, Σύρο, Κέα), την Αττική, την Αίγινα και την Ύδρα. 
Ένα από τα βορειότερα σημεία που έχει εντοπιστεί (από τον καθηγητή Θεοφάνη Κωνσταντινίδη) είναι το όρος Πάστρα, στα σύνορα Αττικής και Βοιωτίας.

Crocus < κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
cartwrightianus < αφιερωμένο στον Άγγλο πρόξενο στην Κωνσταντινούπολη Cartwrihgt που συνέλεξε το φυτό από την Τήνο.


Κέα 28/11/2009 Κυκλάδες





Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Cyclamen graecum

Αθήνα 10/11/2011 
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Το Cyclamen graecum  (Link. 1834 subsp. graecum) είναι κονδυλώδες φυτό Ελλάδας, Μικράς Ασίας και Κύπρου.
Έχει ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα με εξαίρεση την Πίνδο.
Κόνδυλος σφαιρικός με χοντρό και άγριο φλοιό. Ρίζες χοντρές, σαρκώδεις.
Τα φύλλα βγαίνουν προς το τέλος της ανθοφορίας. Είναι μεγάλα, καρδιοειδή, με την κάτω επιφάνειά τους πορφυρή και την επάνω σκουροπράσινη με ανταύγειες ανοιχτοπράσινες ή ασημί και διάφορα σχέδια.
Άνθη ρόδινα σε διάφορες αποχρώσες και στην βάση τους πορφυρά, πολλά, σε μακρύ ποδίσκο, δίχως φύλλα. Τα άνθη γέρνουν προς τα κάτω, ενώ τα πέντε πέταλα (λοβοί της στεφάνης) στρέφονται προς τα πίσω και πάνω. Στην βάση κάθε πέταλου υπάρχουν «ωτιόμορφα εξαρτήματα» (αυτάκια).
Ανθίζει από τον Σεπτέμβριο σε βραχώδεις και πετρώδεις περιοχές, φρυγανότοπους, θαμνώνες, συνήθως σε ηλιόλουστες θέσεις.

*** Στην Ρόδο φύεται το υποείδος anatolicum και στην Κρήτη (νομός Χανίων) το υποείδος candicum, ενδημικά και τα δύο.

Ετυμολογία
Cyclamen < κυκλάμινος > κύκλος - από τους τέλειους κύκλους που κάνουν οι καρποφόροι βλαστοί και η στεφάνη.
graecum < Graecia (το όνομα της Ελλάδας στα λατινικά).

Το αρχαίο του όνομα ήταν «κυκλάμινος» κατά Θεόφραστο. Ετυμολογικά η λέξη προέρχεται από την λέξη «κύκλος» (πρβλ. σησάμινος, συκάμινος). Οι κόνδυλοί του όταν είναι νωποί είναι τοξικοί. Από την λαϊκή ιατρική οι ξεροί κόνδυλοι χρησιμοποιούνται ως εμμηναγωγό και ως αντίδοτο για το δηλητήριο των φιδιών.

Κέρκυρα 10/10/2010
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης


Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Colchicum haynaldii

Κέρκυρα 09/10/2010
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Το Colchicum haynaldii (Heuffel 1858) είναι βαλκανικό είδος. Στην Ελλάδα εξαπλώνεται στο Ιόνιο (Κέρκυρα), την Πίνδο, την Μακεδονία, τον Όλυμπο...
Βιότοπος: λιβάδια, θαμνώνες, ανοίγματα δασών.
Φύλλα λογχοειδή.
Τα μεσαίου μεγέθους άνθη του έχουν απαλό ροζ χρώμα και φέρουν δικτύωση - ψηφιδοποίηση.
Ανθίζει από τα μέσα Αυγούστου μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου.

Ετυμολογία:
Colchicum < Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
haynaldii < προς τιμήν του Ούγγρου καρδινάλιου Stephan Franz Ludwig (Lajos) Haynald (1816-1891) παθιασμένου με την βοτανική και συλλέκτη.


Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

Crocus tournefortii

Ηρακλειά - Κυκλάδες 17/11/2009
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Ο Crocus tournefortii (Gay, 1832) είναι ενδημικός του νοτιοανατολικού Αιγαίου.
Εξάπλωση: Κρήτη (Ηράκλειο και κυρίως στο Λασίθι), Δωδεκάνησα (Ρόδος, Κάρπαθος, Κάσος, Χάλκη, Νίσυρος, Αστυπάλαια), Κυκλάδες (Ανάφη, Θήρα, Αμοργός, Ηρακλειά, Νάξος, Φολέγανδρος, Σίκινος, Ίος, Σέριφος, Μήλος, Κίμωλος, Τήνος, Κέα, Σύρος), Ύδρα
Βιότοπος: πετρώδεις τοποθεσίες, ρωγμές βράχων κι ανάμεσα σε θάμνους.
Άνθη μεγάλα με ρόδινη απόχρωση και σκούρες ραβδώσεις, που παραμένουν ανοιχτά και στην διάρκεια της νύχτας. Φάρυγγας κίτρινος. Στίγματα κόκκινα ή πορτοκαλί, σχισμένα δενδροειδώς σε πολλά λεπτά νημάτια, που προεξέχουν από το περιάνθιο. Ανθήρες λευκοί.
Άνθιση: από Οκτώβριο μέχρι Δεκέμβριο, σε χαμηλά υψόμετρα από την παραθαλάσσια ζώνη μέχρι τα 650 μέτρα.

Ετυμολογία:
Crocus < κρόκος < πιθανώς από την κρόκη (υφάδι) ==> από τα γεννητικά όργανα (ανθήρες, κλπ) που έχουν παρόμοιο σχήμα με τα υφάδια.
tournefortii < προς τιμήν του Γάλλου βοτανικού Τουρνεφόρ (Joseph Pitton de Tournefort 1656–1708) που ερεύνησε βοτανικά το Αιγαίο το 1700.








Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Crocus cancellatus subsp. mazzaricus

Αθήνα 10/11/2011 Athens
photo (c) Nikos Nikitidis Νίκος Νικητίδης

Ο Κρόκος ο εσχαρωτός (Crocus cancellatus υποείδος mazziaricus, HERB, 1845) παρουσιάζει μεγάλη εξάπλωση σε Ελλάδα, Βαλκάνια και Βορειοδυτική Τουρκία. Χρωματικά πολύμορφο είδος. Το περιάνθιο είναι λευκό, λευκό με γαλάζιες δικτυωτές ραβδώσεις, γαλαζωπό, ρόδινο. Στίγματα χρυσοκίτρινα ή πορτοκαλόχρωμα, διακλαδισμένα σε πολλούς βραχίονες. Ανθήρες κίτρινοι. Είναι ο πρώτος φθινοπωρινός κρόκος που ανθίσει, από τον Σεπτέμβριο μέχρι το Νοέμβριο, σε υψόμετρα από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1.500 μ. Φύεται σε βραχώδεις πλαγιές, πετρώδεις τοποθεσίες, θαμνότοπους. Τον βρίσκουμε στα περισσότερα μέρη της ηπειρωτικής Ελλάδας, την Πελοπόννησο, τα νησιά του Ιονίου, την Εύβοια, την Σάμο και σε ορισμένα νησιά των Κυκλάδων, όπως την Νάξο, την Κέα και την Ηρακλειά.


Ηρακλειά 17/11/2009 Heraklia
photo (c) Yiannis Gavalas Γιάννης Γαβαλάς

Πεντέλη 06/11/2009 Pentelikon
photo (c) Nikos Nikitidis Νίκος Νικητίδης

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2011

Helichrysum taenari


Μάνη 23/05/2010
φωτογραφία Γιάννης Κοφινάς

Το Helichrysum taenari (Rothm. 1944) είναι ενδημικό της Νότιας Πελοποννήσου, γνωστό από τα ακρωτήρια Ταίναρο και Μαλέας. Το εντόπισε το 1942 (εν μέσω γερμανικής Κατοχής) ο Γερμανός βοτανικός Rothmaler στο ακρωτήριο Ταίναρο της Μάνης. Ο Ε. Κομκοτός ανακάλυψε έναν δεύτερο πληθυσμό του στο ακρωτήριο του Μαλέα και η ανακάλυψή του επιβεβαιώθηκε το 2008 από τους Ε. Καλπουτζάκη και Θ. Κωνσταντινίδη.
Πολυετής πόα με αποξυλωμένο, διακλαδισμένο στέλεχος βάσης (20+ εκ.) και 3-15 ρόδακες φύλλων. Φύλλα βάσης ελλειπτικά έως αντιλογχοειδή, φαιοπράσινα, τριχωτά και στις δυο επιφάνειες.
Βιότοπος: σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, κρημνοί, σε υψόμετρα έως 400 μ. Ταξιανθία με 5-15 κεφάλια.
Ανθίδια κίτρινα. Ανθίζει από τον Μάιο μέχρι τις αρχές Ιουνίου.
Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009) με τον χαρακτηρισμό Τρωτό (VU).
Ετυμολογία:
Helichrysum < ήλιος + χρυσός ==> αναφορά στο χρυσοκίτρινο χρώμα των ανθέων σε πολλά είδη του γένους.
taenari < Ταίναρο= του Ταίναρου.



Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2011

Viola scorpiuroides

Δυτική Κρήτη 16/01/2011
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Η Viola scorpiuroides (Cosson, 1872) είναι σπάνιο φυτό, βορειοαφρικανικής προέλευσης. Έχει εύοσμα και πολύ μικρά άνθη, μήκους μόλις 1 εκατοστού. Είναι πολυετές, φρυγανώδες φυτό με ξυλώδη βλαστό. Προτιμά πετρώδεις θέσεις που βρίσκονται κοντά στην θάλασσα. Ανθίζει τον χειμώνα, από Ιανουάριο έως Μάρτιο. Η εξάπλωσή του περιλαμβάνει τα Κύθηρα, τα Αντικύθηρα, την Δυτική και Ανατολική Κρήτη.
Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (εκδ. 1995).

Ετυμολογία:
Viola < viola (latin.) δάνειο από κάποια μεσογειακή γλώσσα. Ελληνικά: ίον (< ιώδες χρώμα, κλπ)
scorpiuroides < scorpiurus (σκορπιός + ουρά), επειδή το άνθος έχει θέση όπως η ουρά του σκορπιού + είδος = σκορπιουροειδής.


Κρήτη 22_02_2009
φωτογραφία Βαγγέλης Παπιομύτογλου



Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2011

Colchicum confusum

Κέρκυρα 09/10/2010
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Το Colchicum confusum (K. Persson 1999) είναι ενδημικό είδος με εξάπλωση σε Κέρκυρα, Πίνδο, Όλυμπο και Παρνασσό. Είναι συγγενικό με τα C. graecum και C. autumnale αλλά διαφέρει από αυτά με τα μικρότερα άνθη του. Ίσως γι' αυτό ονομάστηκε confusum (συγκεχυμένο, μπερδεμένο). 
Τα 3-5 λογχοειδή φύλλα του είναι μεσαίου μεγέθους. 
Ανθίζει το φθινόπωρο.
Ετυμολογία:
Colchicum < Κολχίς (αρχαία όνομα της σημερινής Γεωργίας). Κατά τον Διοσκουρίδη, το κολχικό φύτρωνε άφθονο στην Κολχίδα και την Μεσσηνία.
confusum < confundo σύγχυση, μπέρδεμα, μίξη.



Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011

Sternbergia lutea

Κέρκυρα (Παλαιά Περίθεια) 09/10/2010 
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Sternbergia lutea [(L.) Spreng. 1825] είναι μεσογειακό γεώφυτο.
Έχει μεγάλη εξάπλωση στην Ελλάδα, με εξαίρεση την Δυτική Μακεδονία. Ανάλογα με τις περιοχές ονομάζεται κρινάκι, κίτρινο κρινάκι, λαλές, αγριολαλές και αγριόκρινος. 
Είναι πολυετής, πόα με βολβοειδές ρίζωμα, φύλλα λογχοειδή, στενόμακρα, ανεπτυγμένα κατά την άνθιση. Ανθίζει το φθινόπωρο. Άνθη κίτρινα, με 6 λογχοειδή τέπαλα μήκους μέχρι 6 εκατοστά. Στην βάση τους έχουν μία μεμβρανώδη σπάθη. 
Φύεται κυρίως σε πετρώδεις τοποθεσίες. Συχνά καλλιεργείται σαν καλλωπιστικό. 

Ετυμολογία:
Sternbergia < αφιερωμένο στον Caspar (Kaspar) Maria von Sternberg (1761-1838), Βοημό βοτανικό που θεωρείται ιδρυτής του κλάδου της Παλαιοβοτανικής
lutea = κίτρινη.



Αμοργός (Θολάρια) 23/11/2007


Χώρα Αμοργού 11/10/2006


Χώρα Αμοργού 11/10/2006


Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Fritillaria pelinaea

Χίος 13/04/2009
φωτογραφία  Βαγγέλης Παπιομύτογλου

Η Fritillaria pelinaea (Kamari 1996) είναι ενδημική της νήσου Χίου. Εντοπίστηκε το 1979 στο όρος Πελινναίο (από όπου και η ονομασία της) και περιγράφηκε το 1996 από την καθηγήτρια Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο Πατρών Γεωργία Καμάρη. 
Ανήκει στην ομάδα με τις φριτιλάριες κίτρινου χρώματος, που ευδοκιμούν στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου και στην Δυτική Μικρά Ασία. 
Παλαιότερα αναφερόταν είτε ως F. sibthorpiana είτε ως F. bithynica, μέχρις ότου την περιέγραψε η Καμάρη ως ξεχωριστό είδος, το μοναδικό ενδημικό taxon της Χίου.
Η έκδοση Vascular plants of Greece an annotated checklist 2013, την θεωρεί συνώνυμη της Fritillaria carica Rix subsp. carica
Ο βολβός του φυτού είναι διαμέτρου μέχρι 2 cm και ο βλαστός του φθάνει μέχρι τα 20-25 cm. 
Τα φύλλα είναι συνήθως αντίθετα. 
Ευδοκιμεί στο όρος Πελινναίο, με τρεις υποπληθυσμούς κοντά στα χωριά Σπαρούντας, Βίκιο και Αμάδες, σε δασώδεις και θαμνώδεις θέσεις. 
Ανθίζει από τέλη Μαρτίου έως και τον Απρίλιο. 
Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (εκδ. 2009).

Ετυμολογία
Fritillaria < fritíllus κύπελλο με το οποίο έριχναν τα ζάρια οι Ρωμαίοι - για το σχήμα του άνθους.
pelinaea < Πελινναίο όρος.




Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2011

Crocus laevigatus Κρόκος ο λείος


Κάρυστος 06/12/2008
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Ο Crocus laevigatus (Bory & Chaub. 1832) είναι ελληνικό ενδημικό είδος. 
Τον βρίσκουμε σε όλα τα βουνά της Αττικής, τη νότια Εύβοια, ανατολική και νοτιανατολική Πελοπόννησο, Κύθηρα, Κρήτη και σχεδόν σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων: Αμοργό, Άνδρο, Ανάφη, Δήλο, Ηρακλειά, Κέα, Κύθνο, Μύκονο, Νάξο, Πάρο, Σαντορίνη, Σίφνο, Σύρο, Τήνο…
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις, φρυγανότοποι σε υψόμετρα 0-1500 μ.
Βολβώδες φυτό. Ο βολβός του είναι εδώδιμος, με γεύση κάστανου. Φύλλα 3-4.
Άνθη: με χρωματική ποικιλομορφία και με μία έως τρεις ραβδώσεις στα τρία εξωτερικά τέπαλα. Λαιμός κίτρινος. 
Άνθιση από τον Οκτώβριο. Η ανθοφορία του διαρκεί μέχρι τα μέσα του χειμώνα, ιδίως στις Κυκλάδες. Στην Νάξο και την Άνδρο σε ορισμένες ορεινές θέσεις ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Crocus < κρόκος (πιθανώς από την κρόκη, υφάδι).
laevigatus < levigo λειαίνω, γυαλίζω = λείος (από την μορφή του βολβού).



Αμοργός 20/11/2009


Πάρνηθα 06/11/2009


Αμοργός 20/11/2009


Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2011

Haberlea rhodopensis

Παγγαίο 05/06/2010
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Η Haberlea rhodopensis (Friv. 1835) είναι βαλκανικό ενδημικό είδος, που συναντάται στην Βορειανατολική Ελλάδα και την Νότια Βουλγαρία. Περιγράφηκε από την Βουλγαρία. Στην Ελλάδα την βρίσκουμε στα όρη Παγγαίο, Φαλακρό, Μενοίκιο της Μακεδονίας, στην Ροδόπη, στο όρος Παπίκιο της Θράκης και στα Στενά του Νέστου ποταμού.
Η οικογένεια Gesneriaceae περιλαμβάνει κυρίως τροπικά φυτά. Η Haberlea rhodopensis επιβίωσε από την εποχή των παγετώνων στην Ροδόπη και μερικά ελληνικά όρη σε προστατευμένες θέσεις με κλίμα που προσομοιάζει με το τροπικό. 
Φύεται σε υγρές, σκιαζόμενες θέσεις, σε ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρα μέχρι 1950 μ. και στα χαμηλά σε φαράγγια, όπως στα Στενά του Νέστου. 
Έχει 2-5 άνθη χρώματος κυανού - πορφυρού επάνω και λευκωπού κάτω, με κίτρινα και πορφυρόχρωμα στίγματα στο εσωτερικό του λαιμού. 
Ανθίζει από τον Απρίλιο έως τα μέσα Ιουλίου.
Ετυμολογία: 
Haberlea < αφιερωμένη στον Ούγγρο βοτανικό Karl Kostantin Christian Haberle (1764-1832).
rhodopensis < Ροδόπη.
Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009) με τον χαρακτηρισμό Τρωτό (VU).




Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2011

Fritillaria euboeica

Πολιτικά 28/03/2009
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Fritillaria euboeica (Rix, 1975) είναι ενδημική της Εύβοιας. Συλλέχτηκε το 1865 από τον καθηγητή Θεόδωρο Ορφανίδη. Η οριστική βοτανική της περιγραφή δημοσιεύθηκε το 1975 από τον Rix.
Ενδημεί στα βουνά της Κεντρικής και Βόρειας Εύβοιας (Δίρφυς, Καντήλι, Πυξαριά, Ξηρό), σε υψόμετρα 700 - 1700 m. Το 2009 ο Ερωτόκριτος Καλογερόπουλος την βρήκε σε πολύ χαμηλότερο υψόμετρο στην Δυτική Εύβοια, κοντά στο χωριό Πολιτικά σε υψόμετρο 100 m.

Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις σε ανοίγματα δασών πεύκων (P. halepensis), ελληνικών ελάτων (Abies cephalonica) ή θάμνων. Στα Πολιτικά εμφανίζεται σε θαμνότοπους και ακαλλιέργητους ελαιώνες.
Γεώφυτο με βολβό διαμέτρου μέχρι 2 cm. Φύλλα 5-8 γλαυκοπράσινα, λογχοειδή. Βλαστός 5-20 cm. 
Άνθη κίτρινα που γίνονται ερυθρωπά κατά την ωρίμανση.  
Ανθίζει από τα τέλη Φεβρουαρίου έως τον Απρίλιο. 

Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (εκδ. 2009).

Ετυμολογία:
Fritillaria < fritíllus κύπελλο με το οποίο έριχναν τα ζάρια οι Ρωμαίοι ==> αναφορά στο σχήμα του άνθους.
euboeica < Εύβοια = ευβοϊκή.



Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

Helichrysum amorginum Ελίχρυσο το αμοργινό

Αμοργός 27/04/2005 
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Το Helichrysum amorginum (Boiss. & Orph., 1856) είναι στενότοπο ενδημικό της Αμοργού και των μικρών νησιών της Κέρος και Αμοργοπούλα (Άνυδρος). Είναι ένα από τα κορυφαία χασμοφυτικά φυτά, φυτρώνει δηλαδή στις σχισμές (χάσματα) κάθετων ασβεστολιθικών βράχων και σε υψόμετρα 250 έως 600 μ. 
Περιγράφηκε το 1856 από την παραθαλάσσια ορθοπλαγιά όπου είναι χτισμένη η περίφημη Μονή Χοζοβιώτισσας. Στην Αμοργό έχει βρεθεί επίσης στο βουνό Προφήτης Ηλίας. Υπάρχει αναφορά (που όμως ελέγχεται) για μια θέση κοντά στο χωριό Ποταμός της Αιγιάλης. 
Είναι φυτό πολυετές, διακλαδιζόμενο από τη βάση σε πολυάριθμους βλαστούς ύψους 12-30 εκατοστών, με κεφάλια ημισφαιρικά με λευκά ή λευκορόδινα βράκτια. Ανθίζει από τον Απρίλιο. 
Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (εκδ. 1995)
Ετυμολογία:
Helichrysum < ήλιος + χρυσός. Αναφορά στο χρυσοκίτρινο χρώμα των ανθέων σε πολλά είδη του γένους.
amorginum < Αμοργός = αμοργινό.

Αμοργός 30/04/2011
φωτογραφία Γιάννης Γαβαλάς

Αμοργός 27/04/2005 

Αμοργός 05/04/2007 

Αμοργός 05/04/2007



Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2011

Campanula celsii subsp. parnesia

Πάρνηθα 29/05/2011
φωτογραφία Ρένα Καρακατσάνη

Η Campanula celsii (A.DC. 1830) subsp. parnesia (Phitos 1965) είναι ενδημικό υποείδος της Πάρνηθας.
Την περιέγραψε το 1965 ο καθηγητής Βοτανικής Δημήτριος Φοίτος, δίνοντας έμφαση σε μερικά στοιχεία (φύλλα, σπέρματα), που την ξεχωρίζουν από το τυπικό υποείδος Campanula celsii subsp. celsii που συναντάμε στην υπόλοιπη Αττική.
Βιότοπος: ασβεστολιθικές πλαγιές, βραχώδεις θέσεις.
Άνθη: μπλε-μωβ, σε σχήμα καμπάνας.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούλιος, ανάλογα με το υψόμετρο.

Ετυμολογία:
Campanula < campana (λατιν.) > campanula υποκοριστικό.
celsii < αφιερωμένη στον Jacques Philippe Martin Cels (1740-1806), Γάλλο συγγραφέα και βοτανικό, δημιουργό του περίφημου κήπου «Le Jardin de Cels».
parnesia < Πάρνης.

Πάρνηθα 06/06/2008
 φωτογραφία Νίκος Νικητίδης




Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Fritillaria obliqua Φριτιλάρια η πλαγία

Τουρκοβούνια 19/02/2010 Αθήνα
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Φριτιλάρια η πλαγία (Fritillaria obliqua Ker-Gawler 1805) είναι ενδημική Αττικής και Εύβοιας.
Περιγράφηκε από τα Τουρκοβούνια του Λεκανοπεδίου Αθηνών.
Παλαιογεωγραφικό πολυετές βολβώδες φυτό. Φύλλα 8-13, γλαυκά, λογχοειδή. Άνθη 1-3, εύοσμα.
Βιότοπος: βραχώδεις ασβεστολιθικές θέσεις με φρύγανα και αραιή θαμνώδη βλάστηση, από το επίπεδο της θάλασσας μέχρι τα 1000 μέτρα.
Άνθη: κωνικά, καμπανοειδή, με τμήματα μαύρα, γλαυκά στο εξωτερικό.
Άνθιση: αρχές Φεβρουαρίου έως αρχές Απριλίου.

Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Σχεδόν Απειλούμενο» (ΝΤ).

Ετυμολογία:
Fritillaria < fritíllus κύπελλο με το οποίο έριχναν τα ζάρια οι Ρωμαίοι - για το σχήμα του άνθους.
obliqua = πλάγια, λοξή ==> για την πλάγια θέση των ανθέων στον βλαστό.

Σχινιάς 14/02/2009
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Εύβοια 28/03/2009a
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης