Οι φίλοι του μπλοκ

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αττική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αττική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Ιουλίου 2021

Linum leucanthum

Υμηττός 19/04/2008
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Το Linum leucanthum (Boiss. & Spruner, 1843) είναι ενδημικό της Στερεάς Ελλάδας και της Εύβοιας.
Βιότοπος: Πετρώδεις θέσεις και ανοίγματα δασών, σε μεσαία υψόμετρα.
Πολυετής νανώδης πόα με ξυλώδη διακλαδισμένο βλαστό και ύψος έως 15 εκατοστά.
Φύλλα με πολύ μικρές άκαμπτες τρίχες.
Άνθη: λευκά με σκούρες νευρώσεις, που σχηματίσουν αραιό βότρυ.
Άνθιση: Μάρτιος - Μάιος.
Ετυμολογία
Linum < λίνον (λινάρι).
leucanthum < λευκός + άνθος = λευκανθές.

 

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Bolanthus graecus

Κιθαιρώνας 07/07/2013
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Ο Bolanthus graecus [(Schreb.) Barkoudah 1962] είναι ενδημικό φυτό Στερεάς Ελλάδας, Πελοποννήσου, Κυκλάδων (Νάξος, Σίκινος), Εύβοιας και Ανατολικού Αιγαίου (Σάμος).
Η περιγραφή του είδους βασίστηκε σε μια συλλογή του Τουρνεφόρ το 1700, πιθανώς από την Νάξο. Υδατογραφία του από την Δίρφη περιλαμβάνεται στην Flora Graeca.
Βιότοπος: βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές, αραιό δάσος κωνοφόρων σε υψόμετρα (0-) 400-1600 μ.
Μικρό πολυετές φυτό με ξυλώδη βάση. Βλαστός λεπτός, 10-20 εκ. Ολόκληρο το φυτό καλυμμένο με χνούδι και ο κάλυκας με τρίχες.
Άνθη 3-10 σε τετραγωνικό σύμπλεγμα, λευκά με μια εγκάρσια μοβ λωρίδα στην βάση των πετάλων.
Ανθίζει από τα μέσα Μαΐου μέχρι τον Ιούλιο.

Ετυμολογία:
Bolanthus < βώλος ή βόλος (από το σχήμα της άκρη του στύλου + άνθος.
graecus < Graecia Γραικία.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Anchusella variegata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Anchusella variegata [(L.) Bigazzi, Nardi & Selvi 1997] είναι ενδημικό φυτό της νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας, Αιγαίου, Ιονίου και Κρήτης.
Βιότοπος: ασβεστολιθικοί βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, θαμνότοποι, φρύγανα, ξηρά λιβάδια.
Μονοετές είδος με σκληρές άκαμπτες τρίχες και βλαστούς έρποντες. Τα φύλλα είναι άμισχα, λογχοειδή, πριονωτά και πάνω τους αναπτύσσονται χαρακτηριστικά λευκά εξογκώματα.
Άνθη μικρά, σωληνοειδή με πέντε μικρά, άνισα πέταλα λευκά, με ρόδινα, ιώδη ή γαλάζια στίγματα. Κάλυκας με πέντε οξύληκτους λοβούς.
 Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Anchusella < υποκοριστικό του Anchusa < άγχουσα (φυτό που αναφέρουν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς με φαρμακευτικές και καλλωπιστικές ιδιότητες).
variegata < vario (ποικίλω) = ποικίλη, ποικιλόχρωμη, διάστικτη.


Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

Allium cithaeronis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Το Allium cithaeronis (Bogdanović & al. 2011) είναι ενδημικό της Αττικής (Στερεά Ελλάδα). 
Πρωτοβρέθηκε και περιγράφηκε πρόσφατα από τον Κιθαιρώνα, αλλά από τότε βρέθηκε επίσης στα Γεράνεια και την Πάρνηθα. 
Φύεται σε ασβεστολιθικές βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις και σε βουνοκορφές. 
Ανθίζει Ιούνιο, Ιούλιο. 

Ετυμολογία
Allium <  allium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο.
cithaeronis < Κιθαιρώνας.


Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

Hedysarum grandiflorum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Το Hedysarum grandiflorum (Pall. 1773) εξαπλώνεται σε Ουκρανία, Ρωσία, Καζακστάν, Ρουμανία και Βουλγαρία. Στην Ελλάδα ήταν γνωστό μόνο από μια θέση στα Γεράνεια, που ανακαλύφθηκε το 2008 αλλά αργότερα βρέθηκε και στην Πελοπόννησο.
Είναι πολυετές ποώδες φυτό χωρίς βλαστό.
Βιότοπος: διάκενα πυκνής μακίας βλάστησης
Άνθη: ωχροκίτρινα-ρόδινα.
Άνθιση: Μάιος - Απρίλιος.

Λόγω της σπανιότητάς του για την Ελλάδα, περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον» (ΕΝ).

Ετυμολογία
Hedysarum < ηδύς (γλυκός) + άρον = Ηδύσαρον (αρχαίο όνομα φυτού που αναφέρει ο Διοσκουρίδης).
grandiflorum <  grandis (μέγας) + flos floris (άνθος) = μεγανθές.



Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

Onosma kaheirei

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
φωτογραφίες από Υμηττό και Πατέρα
Νίκος Νικητίδης

Το Onosma kaheirei (Teppner 1988) είναι ελληνικό ενδημικό, με περιορισμένη εξάπλωση σε Στερεά Ελλάδα (βουνά της Αττικής), Πελοπόννησο (Παναχαϊκό) και κεντρική Εύβοια.
Βιότοπος: βράχοι, βραχώδεις πλαγιές και ξέφωτα αειθαλών δασών.
Το φυτό σχηματίζει χαμηλούς θάμνους με μορφή μαξιλαριού. Έχει ξυλώδη βάση. Γενικά είναι τριχωτό φυτό στα φύλλα και τους κάλυκες. 
Φύλλα στενά λογχοειδή, με τα περιθώριά τους να γυρίζουν προς τα μέσα.
Άνθη: σωληνοειδή, σε χρώμα κίτρινο-λεμονί και καλυμμένα με κοντό χνούδι.

Ετυμολογία:
Onosma < όνος + οσμή ==> επειδή η οσμή του προσελκύει τους όνους (γαϊδούρια)   
kaheirei < από το αρτικόλεξο του ονόματός του Αυστριακού βοτανικού Ρέχινγκερ (Karl Heinz Rechinger).

Πέμπτη 8 Φεβρουαρίου 2018

Romulea bulbocodium

φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Romulea bulbocodium [(L.) Sebast. & Mauri 1818] είναι μεσογειακό φυτό, με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Βιότοπος: υγρά λιβάδια, εποχικά λιμνία, βραχώδεις πλαγιές με φρύγανα, συχνά κοντά στην θάλασσα.
Όμορφο βολβώδες φυτό που μοιάζει με κρόκο, διακρίνεται όμως εύκολα από τον ανθικό ποδίσκο (οι κρόκοι δεν έχουν) και την απουσία λευκής γραμμής στα γραμμοειδή φύλλα. 
Άνθη μέχρι 3 εκ. διάμετρο με τέπαλα λογχοειδή, λευκά, με φάρυγγα κίτρινο και πινελιές ιώδεις. 
Ανθίζει Φεβρουάριο - Μάιο.

Ετυμολογία:
Romulea < αφιερωμένο στον Romulus (Ρωμύλο), ιδρυτή της Ρώμης = Ρωμουλέα.
bulbocodium < βολβός + κώδυον ή κωδία (κοιλότης) ==> από το σχήμα του βολβού που θυμίζει κοιλότητας περγαμηνής = βολβοκώδιος


Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Anchusa aegyptiaca

Αττική
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Άγχουσα η αιγυπτιακή (Anchusa aegyptiaca (L.) A.DC. 1846) είναι αρχαιόφυτο που εξαπλώνεται στην Ανατολική Μεσόγειο από την Τυνησία μέχρι την Συροπαλαιστίνη.
Σπάνιο φυτό για την Ελλάδα. Αναφέρεται από την Κρήτη, την Γαύδο, την Κάσο, την Ανάφη, την νήσο Σαρία της Καρπάθου και την Αττική.
Μονοετές φυτό, με σκληρές άκαμπτες τρίχες. Τα φύλλα είναι άμισχα και πάνω τους αναπτύσσονται χαρακτηριστικά λευκά εξογκώματα.
Βιότοπος: βράχια, πετρώδεις θέσεις, παρυφές δρόμων, συνήθως κοντά στην θάλασσα.
Άνθη: σε απαλό κίτρινο ή λευκό χρώμα.
Άνθιση: Φεβρουάριος - Μάρτιος.

Ετυμολογία:
Anchusa > άγχουσα (φυτό που αναφέρουν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς με φαρμακευτικές και καλλωπιστικές ιδιότητες).
aegyptiaca > Αίγυπτος = αιγυπτιακή.


Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2018

Anagallis arvensis

Πάρνηθα
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Η Anagallis arvensis L. 1753, είναι κοσμοπολίτικο φυτό, με ευρεία εξάπλωση σε όλη την Ελλάδα.
Βιότοπος: φρύγανα, λιβάδια, ελαιώνες, διάκενα δασών, παράκτιοι βιότοποι, σε υψόμετρα 0-1200) μ. 
Μικρή πόα, όρθια ή κατακείμενη με φύλλα ωοειδή λογχοειδή, αντίθετα, επιφυή, λεία.
Τα γαλάζια-μπλε ή πορτοκαλοκόκκινα άνθη φύονται σε λεπτούς ποδίσκους στις μασχάλες των φύλλων. Η περιφέρεια των πετάλων φέρει μικρά τριχίδια.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Anagallis < αναγαλλίς (φυτό που αναφέρει ο Διοσκουρίδης και το οποίο υποτίθεται ότι καταπολεμούσε την κατάθλιψη)
arvensis < arvum, αγρός = αρουραία, των αγρών.


Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

Acanthus spinosus

Πατέρας 08-06-2013
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Ο Acanthus spinosus (L. 1753) είναι μεσογειακό φυτό. 
Προτιμά πετρώδεις τοποθεσίες, θαμνώνες και παλιά χωράφια σε υψόμετρα 0-800 μ. 
Πολυετής πόα με φύλλα αντίθετα, πτεροσχιδή με λοβούς αγκαθωτούς και προεξέχοντα νεύρα που είναι συγκεντρωμένα στη βάση του φυτού όπου σχηματίζουν πυκνό ρόδακα διαμέτρου σχεδόν 50 εκ. 
Τα άνθη με το λευκό χείλος και τον πορφυρό κάλυκα σχηματίζουν πυκνή ταξιανθία στην κορυφή του βλαστού. 
Ανθίζει Μάιο - Ιούνιο.

Με το όνομα «άκανθα» ο Θεόφραστος αναφέρει αρκετά φυτά, ανάμεσά τους και ξενικά, με κοινό χαρακτηριστικό τα αγκαθωτά φύλλα. Η Acanthus spinosusς πιθανολογείται ότι είναι η «Άκανθα Κεάνωνος» του Θεόφραστου. Ο Διοσκουρίδης αναφέρει το «ακάνθιον». Όπως έχει γίνει με πολλά φυτά, η αρχαία μυθολογία θέλει την νύμφη Άκανθα να είναι αγαπημένη του Απόλλωνα, ο οποίος την μεταμόρφωσε τελικά στο ομώνυμο φυτό.

Ετυμολογία:
Acanthus < άκανθος > άκανθα > άκανος, είδος αγκαθιού + άνθος > ρίζα ακ-, μυτερός, αιχμηρός. Φυτό με φύλλα ή άνθη αιχμηρά, βελονοειδή, ακανθώδη.
spinosus < spina (λατιν.), άκανθα, αγκάθι =  ακανθώδης.


Κυριακή 28 Ιανουαρίου 2018

Alkanna hellenica

όρος Πατέρας, 24/02/2013
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Η Alkanna hellenica [(Boiss.) Rech. f. 1965] είναι ελληνικό ενδημικό φυτό. Εξαπλώνεται σε Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Εύβοια και Θεσσαλία.
Βιότοπος: ασβεστολιθικοί βράχοι, βραχώδη εδάφη, σε υψόμετρα έως 1400 μ.
Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Alkanna < από αραβική al-kanne, η ρίζα του χρησιμοποιείται από Άραβες φαρμακοποιούς και για την χρωστική al-henna / από την ισπανική alcana henna (θάμνος), από τη Μεσαιωνική Λατινική αλχανά, από την αραβική al-ḥinnā ' η χέννα.
hellenica < Hellas. 


Παρασκευή 14 Ιουλίου 2017

Scutellaria rupestris subsp. parnassica

Πάρνηθα 04/05/2008
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Scutellaria rupestris (Boiss. & Heldr. 1846) subsp. parnassica (Greuter & Burdet 1985) είναι ενδημικό φυτό Πελοποννήσου, Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας, Εύβοιας και Δυτικής Μακεδονίας.
Χαμηλή, πολύκλαδη, τριχωτή πόα.
Βιότοπος: πετρώδεις θέσεις και φρυγανότοποι, σε υψόμετρο έως 2200 μέτρα.
Άνθη: τρίλοβα σε μπλε-ρόδινα χρώματα.
Άνθιση: Μάιος - Ιούνιος.
Ετυμολογία:
Scutellaria < υποκοριστικό του scutum ασπίδα, θυρεός - σε σχέση με τα σχήμα των ανθέων
rupestris (rupester) < rupes βράχος = του βράχου
parnassica < Παρνασσός = του Παρνασσού.




Δευτέρα 10 Ιουλίου 2017

Lamium moschatum

Τουρκοβούνια 15/04/2014 Αθήνα
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Το Lamium moschatum (Mill. 1768) είναι φυτό της Ανατολικής Μεσογείου, με ευρεία εξάπλωση στην χώρα μας εκτός από την ΒΔ Ελλάδα.
Ετήσιο φυτό, αραιά τριχωτό, ύψους 10-30 εκ.
Φύλλα ωοειδή-δισκοειδή ή τριγωνικά-ωοειδή, πριονωτά.
Βιότοπος: φρύγανα, ελαιώνες, παράκτια ενδιαιτήματα, σε υψόμετρα 0-1100 μ.
Στεφάνη λευκή 16-25 χιλ. Σωλήνας στεφάνης 6-12 χιλ. κοντύτερος από τον κάλυκα. Πάνω χείλος τριχωτό-πριονωτό.
Ανθίζει από τον Απρίλιο.

Ετυμολογία:
Lamium < λαιμός ==> αναφορά στον σωληνίσκο της στεφάνης // lamium, είδος τσουκνίδας που αναφέρει ο Πλίνιος.
moschátum < musk, αραβική λέξη για τον «μόσκο», ασιατικό μηρυκαστικό με ευώδη αδένα = εύοσμος, ευώδης, αρωματικός.




Πέμπτη 6 Ιουλίου 2017

Ophrys cinereophila

Πάρνηθα 26/03/2008
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Η Ophrys cinereophila (Paulus & Gack 1998) είναι ορχιδέα Ανατολικής Μεσογείου με εξάπλωση από την Αττική και τις Κυκλάδες έως την Συρία.
Περιγράφηκε το 1998 από το Λασίθι της Κρήτης.
Συνώνυμο: Ophrys fusca subsp. cinereophila (Paulus & Gack) Faurh.
Βιότοπος: θαμνώνες, φρύγανα, ελαιώνες, αραιά πευκοδάση έως 900 μ.
Λεπτό και κοντό φυτό. Ξεχωρίζει σχετικά εύκολα από την πυκνή και σπειροειδή ταξιανθία του. 
Άνθος: καφετιά με γαλαζωπό συνήθως θυρεό και κίτρινη περιφέρεια, μικρά έως 1 εκατοστό, σε σπειροειδή ταξιανθία γύρω από τον βλαστό.
Άνθιση: Φεβρουάριος - αρχές Απριλίου.

Ετυμολογία:
Ophrys < οφρύς (φρύδι). Υπάρχει και το ενδεχόμενο γλωσσικής παρερμηνείας.
cinereophila < από τον αποκλειστικό έντομο-επικονιαστή της Adrena cinereophila.



Δευτέρα 26 Ιουνίου 2017

Calicotome villosa ασπάλαθος

Κακιά Σκάλα 10/03/2013

Η Calicotome villosa (Poir) Link 1808, είναι μεσογειακό φυτό με ευρεία εξάπλωση στην Ελλάδα.
Κοινό όνομα: ασπάλαθος.
Είναι συχνό θέαμα στην ελληνική φύση, οι κατακίτρινες γεμάτες ασπάλαθους πλαγιές που αναδύουν το γλυκό άρωμα αυτών των όμορφων θάμνων. 
Είναι φυτό με διακλαδώσεις πολύ αγκαθωτές, χνουδωτό, με διακριτές αυλακώσεις κατά μήκος των βλαστών. Φύλλα με τρία μικρά φυλλάρια, χνουδωτά στην κάτω πλευρά.
Βιότοπος: φράχτες, θαμνότοποι, φρύγανα, σε υψόμετρα 200-1000 μ.
Το όνομα του γένους προέρχεται από τα ελληνικά κάλυκας+τομή και αναφέρεται στον κάλυκα που τέμνεται εγκάρσια κατά την ανάπτυξη του άνθους.
Άνθη κίτρινα, συνήθως σε δέσμες στις μασχάλες των διακλαδώσεων.
Ανθίζει Μάρτιο - Μάιο. 

Ετυμολογία:
Calicotome > κάλυξ κάλυκος + τομή ==> αναφορά στον χωρισμό του κάλυκα σε δύο μέρη = Καλυκοτόμη.
villósus, a, um > víllus ή véllus, μαλλί = μαλλιαρή, τριχωτή, χνουδωτή.

Κακιά Σκάλα 10/03/2013

Σούνιο 05/03/2013



Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Himantoglossum robertianum

Πεντέλη 10/04/2011
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Το Himantoglossum robertianum [(Loisel. 1807) P.Delforge 1999] είναι μεσογειακή ορχιδέα με ευρεία εξάπλωση στην κεντρική Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τα νησιά. 
Περιγράφηκε το 1807 από την Γαλλία με το όνομα Barlia robertiana (Loisel. 1807).
Βιότοπος: λιβάδια, φρύγανα, μακία βλάστηση, χωράφια σε υψόμετρα μέχρι 1700 μέτρα.
Ρωμαλέο φυτό με ύψος 20-80 εκατοστά. Φύλλα 5-10, φαρδιά, γυαλιστερά.
Άνθη: αρωματικά, μεγάλα, τρίλοβα, ροζ ή πρασινωπά.
Άνθιση: Ιανουάριος - Απρίλιος.

Ετυμολογία:
Himantoglossum < ιμάς (γεν. ιμάντος) + γλώσσα ==> από την μορφή του άνθους. 
robertianum < προς τιμήν του Γάλλου φαρμακοποιού και βοτανικού Gaspard Nicolas Robert (1776-1857).
Barlia < προς τιμήν του Γάλλου μυκητολόγου και ειδικού στις ορχιδέες της Νίκαιας Jean Baptiste Barla (1817-1896).

Η εξάπλωση του είδους από το http://www.elisajeanluc.fr/orchidees_nature/himantoglossum/hi_robertianum.htm


Κυριακή 18 Ιουνίου 2017

Centaurea pichleri subsp. pichleri

Ζήρεια (Κυλλήνη) 09/05/2012
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης

Η Centaurea pichleri (Boiss. 1875) είναι φυτό των Βαλκανίων και της Ανατολίας, με εξάπλωση στην Ελλάδα στην κεντρική και νότια χώρα.
Βιότοπος: ξηρά λιβάδια, βραχώδεις πλαγιές, πετρώδεις θέσεις, σε υψόμετρα 600-1200 μ.
Ριζωματώδες πολυετές φυτό χωρίς παχιές ρίζες. Βλαστοί όρθιοι έως 30 εκ. Φύλλα λογχοειδή, ακέραια, με ελαφρό τρίχωμα. Ρόδακες παρόντες κατά την άνθιση.
Κεφάλια με περιφερειακά ανθίδια κυανά, πτερωτά. Κεντρικά ανθίδια μικρότερα, ρόδινα-ιώδη.
Υπάνθιο με βράκτια βλεφαριδωτά με ακανίδια ασημόχρωμα, ισομήκη.
Ανθίζει Μάιο - Ιούνιο.
Ετυμολογία:
Centaurea < Centaurus < Κένταυρος (ο Κένταυρος Χείρων ήταν γιατρός και δάσκαλος του Ασκληπιού).
pichleri < αφιερωμένη στον Αυστριακό βοτανικό Thomas Pichler (1805-1878), διάσημο συλλέκτη από το Λίντς (Lienz, Τυρολο) της Αυστρίας, που συνέλεξε φυτά από διάφορα μέρη της Ελλάδας, όπως τον Άθω το 1873, την Αττική, την Εύβοια και την Πελοπόννησο το 1876, την Κάρπαθο και την Ρόδο το 1883-1889.

Κιθαιρώνας 03/04/2014
φωτογραφία Νίκος Νικητίδης


Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Ceratonia siliqua χαρουπιά

Γεράνεια 25/05/2013
φωτογραφίες Νίκος Νικητίδης

Η Ceratonia siliqua (L. 1753) είναι ένα πολύ ανθεκτικό δέντρο που κατάγεται από την ανατολική Μεσόγειο. Στην Ελλάδα είναι αυτοφυές σε όλη την χώρα (κυρίως στα παραλιακά) με εξαίρεση την Πίνδο.
Βιότοπος: δασικές εκτάσεις, γκαρίγκ, άκρες ελαιώνων σε υψόμετρα 0-500 μ.
Αειθαλές, ιδιαίτερα ανθεκτικό δέντρο με ύψος έως 10 μέτρα ή μεγάλος θάμνος με ύψος 2-5 μ. Δίοικο φυτό, με τις αρσενικές και θηλυκές ταξιανθίες να βρίσκονται στο ίδιο δέντρο. Φύλλα με φυλλάρια ωοειδή, δερματώδη, λεία Τα άνθη της είναι μικρά και αναπτύσσονται σε μακρείς βότρεις.

Ετυμολογία:
Ceratonia < κέρας (γεν. κέρατος) + τείνω (τεντώνω) ==> από τους καρπούς που μοιάζουν με ένα τεντωμένο κέρατο.
siliqua < περικάρπιο οσπρίου, χέδρωπας, λουβί ==> αναφορά στα βρώσιμα σπέρματα.
Λαϊκά ονόματα: χαρουπιά, κερατιά, ξυλοκερατιά.

Η αρχαία ελληνική λέξη για την χαρουπιά ήταν «κερωνία» που διατηρείται και σήμερα με τη μορφή κερατιά, κερατσιά και ξυλοκερατιά, από τη μορφή των καρπών της που μοιάζουν με κέρατα.
Η κερατιά διαδόθηκε στις υπόλοιπες μεσογειακές χώρες από τους αρχαίους Έλληνες, Φοίνικες και Ρωμαίους. Αργότερα την εξάπλωσαν με τις κατακτήσεις τους οι Άραβες σε όλη την περιοχή που την βρίσκουμε και σήμερα. Τότε είναι που διαδόθηκε και η αραβική λέξη «χαρούπι», που εμείς την πήραμε από τους Τούρκους.

Η χαρουπιά καλλιεργείται από τα πανάρχαια χρόνια για το σκληρό και βαρύ ξύλο της που χρησιμοποιείται στη ξυλογλυπτική και την επιπλοποιία. Οι καρποί της, τα σοκολατόχρωμα χαρούπια ή ξυλοκέρατα, είναι πλούσια σε σάκχαρα, τα οποία αντιστοιχούν στο 50% του βάρους τους. Χρησιμοποιούνται ως υποκατάστατο της σοκολάτας και στην παραγωγή αλκοολούχων ποτών και οινοπνεύματος. Αλεσμένα παράγουν αλεύρι, που χρησιμοποιείται ως κτηνοτροφή. Στην γερμανοϊταλική Κατοχή το χαρουπάλευρο και το χαρουπόμελο έσωσαν χιλιάδες Έλληνες από τη πείνα.
Στην Ελλάδα υπάρχουν χαρουπιές, αυτοφυείς ή καλλιεργημένες, στην Κρήτη, Εύβοια, Σάμο, Κεφαλονιά, Αττική, Κύθηρα, Κυνουρία, κ.α. Το χαρούπι είναι πλούσιο σε πρωτεΐνη, φώσφορο και σίδηρο, ενώ περιέχει ασβέστιο τριπλάσιο από το γάλα. Μια ώριμη χαρουπιά 25 ετών μπορεί να δώσει σχεδόν 1 τόνο χαρούπια.

===> Το καράτι είναι η μονάδα μέτρησης του χρυσού και των πολύτιμων λίθων. Κατά μια ενδιαφέρουσα θεωρία η λέξη «καράτι» προήλθε από το γεγονός ότι ο σπόρος της ξυλοκερατιάς (χαρούπ, στα αραβικά) έχει σταθερό βάρος και οι Άραβες έμποροι τον χρησιμοποιούσαν παλιότερα για να ζυγίζουν τα μπαχαρικά και τον χρυσό.  Ένα καράτι αντιστοιχεί σε 0,200 γραμμάρια χρυσού, όσο δηλαδή ζυγίζει και ένας σπόρος της χαρουπιάς.