Οι φίλοι του μπλοκ

Κυριακή, 15 Ιουλίου 2018

Podospermum roseum subsp. peristericum

Βαρδούσια 30-05-2010

Το Podospermum roseum subsp. peristericum [(Formánek) Gemeinholzer & Greuter 2006]  είναι ευρωπαϊκό φυτό, με εξάπλωση στην χώρα μας σε Στερεά Ελλάδα και Πίνδο.
Βιότοπος: υγρά λιβάδια, βραχώδεις θέσεις στην αλπική ζώνη, σε υψόμετρα πάνω από 2400 μ.
Πολυετές φυτό με ρίζωμα ελαφρά ή καθόλου ινώδες.
Βλαστός από 10 εκ., χωρίς φύλλα.
Άνθη προφυρά.
Ανθίζει Μάιο - μέσα Ιουλίου

Ετυμολογία:
Podospermum > πους, ποδός + σπέρμα ==> από την ορφή των αχαινίων.
roseum > rosa ( > ρόδο), τριαντάφυλο = ροδόχρωμο, ρόδινο, ροζ.
peristericum > από το όρος Περιστέρι (Λάκμος) της Πίνδου.

Τρίτη, 3 Ιουλίου 2018

Anthemis tinctoria

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
Όλυμπος 10-07-2009

Η Anthemis tinctoria L. 1753 subsp. tinctoria, είναι ευρωπαϊκό φυτό, με εξάπλωση στην Ελλάδα στην βόρεια χώρα.
Βιότοπος: δάση, θαμνώνες, ξηρά λιβάδια, βραχώδεις τοποθεσίες, σε υψόμετρα (0-) 400-1800 (-2300) μ.
Πολυετές φυτό με ελαφρώς ξυλώδη βάση. Πολύ μεταβλητό είδος.
Βλαστοί 25-60 εκ., μέτρια διακλαδισμένοι.
Φυλλάρια επιμήκη-λογχοειδή με σκούρο καφέ στα άκρα τους.
Ανθίδια κίτρινα (λευκά στο υποείδος parnassica, που φύεται στην νότια Ελλάδα).
Ανθίζει Μάιο - Αύγουστο.

Ετυμολογία:
Anthemis > ανθεμίς (> άνθεμον), όνομα που χρησιμοποιεί ο Διοσκουρίδης για το χαμομήλι = Ανθεμίς.
tinctoria > tingo βάφω > tinctus βαφή = βαφική.

Σάββατο, 28 Απριλίου 2018

Silene colorata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
Αμοργός

Η Σιληνή η έγχρωμη (Silene colorata Poir. 1789) έχει ευρεία εξάπλωση στην Μεσόγειο. Στην Ελλάδα είναι πολύ συχνή, με εξαίρεση την Θεσσαλία, την Δυτική Μακεδονία και την Βόρεια Πίνδο.
Προτιμά τις αμμώδεις παραλίες, όπου συχνά καλύπτει μεγάλη έκταση. Βλαστοί έρποντες ή όρθιοι και φύλλα μικρά, λογχοειδή. Άνθη με ποδίσκο σε αραιό στάχυ. Κάλυκας κυλινδρικός, διογκωμένος στην κορυφή με κοκκινωπές ραβδώσεις. Πέταλα ρόδινα, διαιρεμένα σε δυο βαθείς λοβούς. Ευδοκιμεί και μακριά από τη θάλασσα, σε αμμώδη εδάφη. Ανθίζει από τα μέσα του χειμώνα μέχρι την άνοιξη, ανάλογα με το υψόμετρο και το γεωγραφικό πλάτος.
Ετυμολογία:
Silene < Silenus (λατιν.) < Σειληνός. Οι Σειληνοί ήταν ακόλουθοι του Διονύσου. Απεικονίζονται πολλές φορές με αυτιά και ουρά αλόγου και βγάζοντας αφρούς. Η ονομασία Silene ίσως αποτελεί υπαινιγμό για την ιξώδη έκκριση που καλύπτει πολλά είδη Σιληνής.
colorata = έγχρωμη.

Παρασκευή, 27 Απριλίου 2018

Minuartia stellata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
Παρνασσός 30-07-2013

Η Μινουάρτια η αστεράτη - αστερωτή [Minuartia stellata (E. D. Clarke) Maire & Petitm. 1908] είναι βαλκανικό ενδημικό φυτό, με εξάπλωση σε Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα, Νότια Πίνδο και Αλβανία. Σχηματίζει εκτεταμένους, πολύ πυκνούς, πράσινους τάπητες σε απότομες, βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές, σε υψόμετρα πάνω από 1500 μέτρα.
Ανακαλύφθηκε στον Παρνασσό το 1801 από τον Βρετανό ταξιδιώτη E. D. Clarke, ο οποίος στη συνέχεια το περιέγραψε ως Cherleria stellata.
Ετυμολογία:
Minuartia, γένος αφιερωμένο στον Juan Minuart (1693-1768), Ισπανό βοτανικό.
stellata <  stella (λατιν.), αστέρι. Ονομάστηκε stellata (αστερωτή) από την διάταξη των φύλλων, η οποία έχει το σχήμα στυλιζαρισμένων αστεριών.


Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Malcolmia macrocalyx subsp. scyria

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση
Δίρφυς 28/04/2013

Η Μαλκόλμια η σκυριανή [Malcolmia macrocalyx subsp. scyria, (Rech.) P.W.Ball 1963] είναι ενδημική Σκύρου, Εύβοιας και Κυκλάδων (Άνδρος).
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές, κορυφογραμμές με φρύγανα, διάκενα δασών, σε υψόμετρα 0-700 μ.
Άνθιση: τέλη Μαρτίου - μέσα Μαΐου

Ετυμολογία
Malcolmia > προς τιμήν του W. Malcolm (19ος αιώνας), Άγγλου γεωπόνου, φυτοκόμου
macrocalyx = μακρός, μακρύς + κάλυξ (κάλυκας)
scyria = της Σκύρου, σκυριανή.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Cymbalaria microcalyx subsp. alba

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η κυμβαλοειδής η μικροκάλυξ υποείδος η λευκή (Cymbalaria microcalyx subsp. alba (Voliotis) Kit Tan) είναι ενδημική της Πελοποννήσου.
Πολυετές, λεπτεπίλεπτο φυτό με πολλά αναρριχώμενα, έρποντα ή κρεμάμενα τριχωτά στελέχη.
Φύλλα σχεδόν αντίθετα έως εναλλασσόμενα, με μακρύ μίσχο και έλασμα ελαφρώς σαρκώδες, υποκυκλικό-καρδιοειδές έως νεφροειδές, ελαφρώς τριχωτό.
Βιότοπος: σκιερές θέσεις με υγρασία σε κρημνούς, φαράγγια, βραχώδεις πλαγιές, όχθες ρυακιών.
Άνθη μονήρη με μακριούς ποδίσκους, ζυγόμορφα με αραιή τρίχωση. Στεφάνη λευκή έως ιώδης, Άνω χείλος δίλοβο με ιώδεις νευρώσεις και δύο κίτρινες κηλίδες.
Ανθίζει Μάρτιο - Ιούνιο.
Ετυμολογία: 
*** Cymbalaria = από την ελληνική λέξη «κύμβαλον», λόγω τους σχήματος των φύλλων.
*** microcalyx = μικρός + κάλυξ (κάλυκας)
*** alba = λευκή στα λατινικά.

Τρίτη, 27 Μαρτίου 2018

Stachys swainsonii subsp. melangavica

Γεράνεια
Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Stachys swainsonii (Benth.) subsp melangavica, D. Perss. 1981 είναι στενότοπο ενδημικό των Γερανείων. 
Φυτό πυκνά τριχωτό, έντονα διακλαδισμένο, με ξυλώδη βάση.
Βιότοπος: Σχισμές βράχων, συνήθως κοντά στην θάλασσα.
Άνθη: λευκά με πορφυρές γραμμές.
Άνθιση: Απρίλιος - Ιούνιος, ανάλογα με το υψόμετρο/
Εξάπλωση: στο ακρωτήριο Μελαγκάβι και τις γύρω από αυτό περιοχές των Γερανείων.
*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Σχεδόν Κινδυνεύον» ( ΝΤ).

Ετυμολογία:
Stachys > στάχυς (από την διάταξη των ανθέων)
swainsonii > προς τιμήν του William Swainson (1789-1855), Βρετανού φυσιοδίφη και εξερευνητή
melangavica > από ακρωτήριο Μελαγκάβι Πέρα Χώρας - Ηραίου, από όπου περιγράφτηκε

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

Bolanthus graecus

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Βόλανθος ο γραικός [Bolanthus graecus, (Schreb.) Barkoudah 1962] είναι ενδημικό φυτό Στερεάς Ελλάδας, Πελοποννήσου, Κυκλάδων (Νάξος), Εύβοιας και Ανατολικού Αιγαίου (Σάμος).
Βιότοπος: βραχώδεις ασβεστολιθικές πλαγιές, αραιό δάσος κωνοφόρων σε υψόμετρα (0-) 400-1600 μ.
Η περιγραφή του είδους βασίστηκε σε μια συλλογή του Τουρνεφόρ το 1700, πιθανώς από την Νάξο. Υδατογραφία του από την Δίρφη περιλαμβάνεται στην Flora Graeca.
Μικρό πολυετές φυτό με ξυλώδη βάση.
Ολόκληρο το φυτό καλυμμένο με χνούδι και ο κάλυκας με τρίχες.
Βλαστός λεπτός, 10-20 εκ.
Άνθη 3-10 σε τετραγωνικό σύμπλεγμα, λευκά με μια εγκάρσια μοβ λωρίδα στην βάση των πετάλων.
Ανθίζει από τα μέσα Μαΐου μέχρι τον Ιούλιο.

Ετυμολογία:
Bolanthus > βώλος (ή βόλος), λόγω του σχήματος στην άκρη του στύλου + άνθος.
graecus > Graecia Γραικία.

Κυριακή, 25 Μαρτίου 2018

Bellevalia ciliata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Μπελεβάλια η βλεφαριδωτή [Bellevalia ciliata (Cirillo) T.Nees 1834] είναι βολβώδες φυτό, με εξάπλωση στην Ανατολική Μεσόγειο.
Φύλλα λογχοειδή, μικρότερα του βλαστού, τριχωτά, κυματοειδή.
Βιότοπος: ανοικτές θέσεις, αγροί και καλλιεργημένες περιοχές. Λόγω του περιορισμού των καλλιεργούμενων εκτάσεων, αρχίζει να σπανίζει
Άνθη: ταξιανθία κωνική και πυκνή, με 40-60 λευκωπά άνθη.
Άνθιση: Μάρτιος - Απρίλιος.

Ετυμολογία:
Bellevalia > γένος αφιερωμένο στον Richer de Belleval (1564-1602), ιδρυτή του Βοτανικού Κήπου του Μονπελιέ.
ciliata > cílium βλεφαρίδα, ματόκλαδο = βλεφαριδωτή.

Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Anchusella variegata

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Αγχουσέλα η διάστικτη (Anchusella variegata (L.) Bigazzi, Nardi & Selvi 1997) είναι ενδημικό φυτό της νότιας ηπειρωτικής Ελλάδας, Αιγαίου, Ιονίου και Κρήτης.
Μονοετές είδος με σκληρές άκαμπτες τρίχες και βλαστούς έρποντες. Τα φύλλα είναι άμισχα, λογχοειδή, πριονωτά και πάνω τους αναπτύσσονται χαρακτηριστικά λευκά εξογκώματα.
Όπως φαίνεται και από το όνομά της η A. variegata είναι ένα φυτό με ποικιλία χρωμάτων στα άνθη της. Αυτά είναι μικρά, σωληνοειδή με πέντε μικρά, άνισα πέταλα λευκά, με ρόδινα, ιώδη ή γαλάζια στίγματα. Κάλυκας με πέντε οξύληκτους λοβούς.
Βιότοπος: ασβεστολιθικοί βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις, θαμνότοποι, φρύγανα, ξηρά λιβάδια. 
Ανθίζει την άνοιξη.

Ετυμολογία:
Anchusella > υποκοριστικό του Anchusa > άγχουσα (φυτό που αναφέρουν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς με φαρμακευτικές και καλλωπιστικές ιδιότητες).
variegata > vario (ποικίλω) = ποικίλη, ποικιλόχρωμη, διάστικτη.

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2018

Allium cithaeronis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το γεώφυτο Άλλιο του Κιθαιρώνα (Allium cithaeronis, Bogdanović & al. 2011) είναι ενδημικό της Αττικής (Στερεά Ελλάδα). Πρωτοβρέθηκε και περιγράφτηκε πρόσφατα από τον Κιθαιρώνα, αλλά από τότε βρέθηκε επίσης στα Γεράνεια και την Πάρνηθα. Φύεται σε ασβεστολιθικές βραχώδεις και πετρώδεις θέσεις και σε βουνοκορφές. Ανθίζει Ιούνιο, Ιούλιο. 
Ετυμολογία
Allium > αllium (λατιν. Πλίνιος) > άγλις, -ίθος, η κεφαλή ή σκελίδα σκόρδου (σύμφωνα με τον Ottorino Pianigiani, 1845-1926, Ιταλό δικαστή, πολιτικό και γλωσσολόγο.
cithaeronis > Κιθαιρών

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2018

Linum phitosianum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Λίνον του Φοίτου ,Linum phitosianum Christod. & Iatroú 1994, (phitosianum = προς τιμήν του καθηγητή Βοτανικής Δ. Φοίτου) είναι ενδημικό της πεδινής Λακωνίας.
Λεπτό ημιθαμνώδες φυτό με πολυάριθμους όρθιους βλαστούς που φτάνουν τα 28 εκ. και μεταξύ τους παραμένουν οι αποξηραμένοι βλαστοί της προηγούμενης χρονιάς. Τα φύλλα είναι γλαυκοπράσινα. 
Τα λευκά άνθη βγαίνουν σε χαλαρές ομάδες. 
Βιότοπος: ανοίγματα υποβαθμισμένης μακίας βλάστησης με φρύγανα, σε υψόμετρο 100 μ.
Άνθιση Απρίλιος - Μάιος.
*** Περιλαμβάνεται στο πρώτο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (1995) με τον χαρακτηρισμό Κρισίμως Κινδυνεύον (CR).

Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Campanula rupicola

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Campanula rupicola Boiss. & Spruner 1846 είναι ενδημικό φυτό της Στερεάς Ελλάδας, με εξάπλωση στα Βαρδούσια, την Γκιώνα και τον Παρνασσό από όπου και περιγράφτηκε
Βιότοπος: χαλικώδη θραύσματα ασβεστολιθικών βράχων, σπανιότερα σε βράχους, σε υψόμετρα 1500-2400 μ.
Πολυετές φυτό, χνουδωτό, διακλαδισμένο. Στελέχη πολλά, λεπτά, έρποντα, μήκους 5-15 εκ.
Τα φύλλα βάσης είναι ελλειπτικά έως ωοειδή και σχηματίζουν ρόδακα. Φύλλα βλαστού παρόμοια αλλά μικρότερα.
Άνθη σε ανοιχτό μοβ - λιλά, στο τέλος των βλαστών, συχνά συνοδεύονται με 1-2 πλευρικά άνθη.
Ανθίζει από τα τέλη Ιουνίου μέχρι τον Αύγουστο.

Ετυμολογία:
Campanula > campana (λατιν.) < campanula υποκοριστικό
rupicola > rupes βράχος + colo ζω, κατοικώ, προστατεύω.

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Campanula reiseri

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Καμπανούλα του Ρέισερ (Campanula reiseri Halacsy 1896) είναι ενδημική των Κυκλάδων και των Σποράδων. Η γεωγραφική κατανομή της περιλαμβάνει τα νησιά Γιούρα και Κυρά Παναγιά των Σποράδων, τις νήσους Άνδρο, Κέα και Δονούσα των Κυκλάδων και τις νησίδες Μάκαρες (Δονούσας), Στρογγυλή (Νάξου) και Χταπόδια (Μυκόνου). Ανάλογα με το νησί, υπάρχει και κάποια διαφοροποίηση στα φυτά, με συνέπεια να αναφέρονται διάφορα υποείδη ή ποικιλίες.
Το φυτό είναι διετής ή πολυετής πόα, με κυανά-ιώδη άνθη. Τα φύλλα σχηματίζουν ρόδακα. Ως τυπικό χασμόφυτο του Αιγαίου, φυτρώνει στις σχισμές απότομων παραθαλάσσιων βράχων, σε υψόμετρα 10 μέχρι 150 m. Ανθίζει από τα μέσα Απριλίου μέχρι και τον Μάιο. 
*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (εκδ. 1995 & 2009).
Ετυμολογία:
Campanula > campana (λατιν.) < campanula υποκοριστικό
reiseri > προς τιμήν του Αυστριακού ορνιθολόγου Othmar Reiser (1861 - 1936), ο οποίος είχε επισκεφθεί το 1894 τα νησιά Γιούρα και Κυρά Παναγιά.

Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Fritillaria mutabilis

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Fritillaria mutabilis, Kamari 1991, είναι ενδημική Πελοποννήσου, Στερεάς Ελλάδας, Νότιας Πίνδου και Ιονίου. Περιγράφτηκε από τα Βαρδούσια.
Βιότοπος: βραχώδεις πλαγιές με μακία βλάστηση, ορεινά και υποαλπικά λιβάδια, ανοίγματα δασών ελάτης, σε υψόμετρα (400-) 600-2100 μ.
Βολβώδες φυτό, με βολβό διαμέτρου έως 1,5 εκ.
Βλαστός λεπτός, έως 20 εκ. 
Φύλλα 4-7 (-9), πράσινα, λογχοειδή. Τα ανώτερα 2-4 γραμμικά-λογχοειδή
Άνθη ευρέως καμπανοειδή, με ασταθή χρώματα: πράσινο, πράσινο-κιτρινωπό, μοβ-καφέ, κεραμιδί. Νεκτάρια τριγωνικά-ωοειδή ή στενά ωοειδή.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Fritillaria > fritíllus κύπελλο με το οποίο έριχναν τα ζάρια οι Ρωμαίοι - για το σχήμα του άνθους.
mutabilis, e = μεταβλητή, ασταθής ==> ως προς ταν χρωματισμό των ανθέων.

Παρασκευή, 16 Μαρτίου 2018

Asperula boissieri

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Asperula boissieri, Heldr. ex Boiss 1888, είναι ενδημική Πελοποννήσου (Ζήρεια, Χελμός) και Στερεάς Ελλάδας Παρνασσός, Γκιώνα, Τυμφρηστός). Περιγράφτηκε από την Ζήρεια (Κυλλήνη) και τον Χελμό.
Βιότοπος: προεξοχές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρα 1600-2450 μ.
Χαμηλό, πυκνά μαξιλαρόμορφο, γλαυκώδες πολυετές φυτό.
Στελέχη 2-7 (-10) με όρθιους ανερχόμενους ανθοφόρους βλαστούς.
Φύλλα σε πολύ πυκνή διάταξη, γραμμοειδή έως βελονοειδή.
Στεφάνη σωληνόμορφη, με ροζ ή θαμπό ρόδινο χρώμα.
Ανθίζει Απρίλιο - Ιούνιο.

Ετυμολογία:
Asperula > asper, τραχύς, ακατέργαστος - αναφορά στα φύλλα.
boissieri > αφιερωμένη στο Ελβετό βοτανικό Μπουασιέ (Pierre Edmond Boissier 1810-1885).

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Alkanna graeca subsp. baeotica

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Η Αλκάννα η ελληνική υποείδος βοιωτική (Alkanna graeca Boiss. & Spruner 1844 subs. baeotica (A.DC.) Nyman 1881) είναι ενδημική της Στερεάς Ελλάδας, Θεσσαλίας, Εύβοιας και Πελοποννήσου. Φύεται σε βραχώδεις και πετρώδεις τοποθεσίες, σε ορεινές περιοχές και συνήθως πάνω από τα 1200m. Ανθίζει από τον Απρίλιο. 
Η Alkanna baeotica περιγράφτηκε το 1846 από τον A. DC. (Alphonse De Candolle, καθηγητής Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο της Γένοβας) και από αποξηραμένο δείγμα το Sartori από την Βοιωτία ("in campis Boeotieae"). Δύο χρόνια νωρίτερα το 1844 οι Boissieur & Spruner είχαν περιγράψει την Alkanna graeca από την Πελοπόννησο. Το 1881 ο Nyman υποβάθμισε την Alkanna baeotica σε υποείδος της Alkanna graeca, επειδή η A. graeca είχε περιγραφεί νωρίτερα. Έτσι προέκυψε η Alkanna graeca subsp. baeotica, (DC.) Nyman 1881.
Ετυμολογία:
Alkanna  < al-kanne, αραβικό όνομα φυτού, την ρίζα του οποίου χρησιμοποιούσαν οι Άραβες φαρμακοποιοί και για την χρωστική al-henna // από την ισπανική alcana henna (θάμνος), από τη μεσαιωνική λατινική Alhanna (αλχανά) , από την αραβική al-ḥinnā η χέννα
graecus, a, um < Grecia Ελλάδα. = ελληνική
baeotica < Baeotia Βοιωτία. = βοιωτική.

Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2018

Hedysarum grandiflorum

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Ηδύσαρον το μεγανθές (Hedysarum grandiflorum Pall. 1773) εξαπλώνεται σε Ουκρανία, Ρωσία, Καζακστάν, Ρουμανία και Βουλγαρία. Στην Ελλάδα ήταν γνωστό μόνο από μια θέση στα Γεράνεια, που ανακαλύφθηκε το 2008 αλλά αργότερα βρέθηκε και στην Πελοπόννησο.
Είναι πολυετές ποώδες φυτό χωρίς βλαστό.
Βιότοπος: διάκενα πυκνής μακίας βλάστησης
Άνθη: ωχροκίτρινα-ρόδινα.
Άνθιση: Μάιος - Απρίλιος.

*** Λόγω της σπανιότητάς του για την Ελλάδα, περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009), με τον χαρακτηρισμό «Κινδυνεύον» (ΕΝ).

Ετυμολογία
Hedysarum > ηδύς (γλυκός) + άρον (αρχαίο όνομα φυτού που αναφέρει ο Διοσκουρίδης) = Ηδύσαρον.
grandiflorum >  grandis (μέγας) + flos floris (άνθος) = μεγανθές.

Γράφει ο Διοσκουρίδης:

«ἄρον τὸ καλούμενον παρὰ Σύροις λοῦφα. φύλλα ἀνίησιν ὅμοια τοῖς τοῦ δρακοντίου, μικρότερα δὲ καὶ ἀσπίλωτα, καυλὸν σπιθαμιαῖον, ὑποπόρφυρον, ὑπεροειδῆ, ἐφ' οὗ ὁ καρπὸς κροκίζων· ῥίζα λευκὴ πρὸς τὴν τοῦ δρακοντίου, ἥτις καὶ ἐσθίεται ἑψομένη ἧττον οὖσα δριμεῖα. ταριχεύεται δὲ τὰ φύλλα εἰς βρῶσιν, καὶ καθ' ἑαυτὰ ξηρανθέντα ἑψόμενα ἐσθίεται»

Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

Astragalus drupaceus

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Ο Αστράγαλος ο δρυπώδης(Astragalus drupaceus Orph. ex Boiss.1856) εντοπίστηκε το 1852 στην περιοχή του χωριού Άγιος Ιωάννης του βόρειου Πάρνωνα από τον Θεόδωρο Ορφανίδη και περιγράφτηκε το 1856. Είναι ενδημικό φυτό της Πελοποννήσου με κατανομή στην πεδινή Λακωνία, τον Πάρνωνα και την Κυλλήνη (Ζήρεια) της ορεινής Κορινθίας.
Βιότοπος: πετρώδεις περιοχές με θάμνους και φρύγανα, παρυφές ελαιώνων, πρανή δρόμων σε υψόμετρα 100-1000 μ.
Πολυετές είδος, με συστάδες ετήσιων βλαστών.
Βλαστοί ανορθωμένοι έως όρθιοι, 25-85 εκ., με εμφανείς γραμμώσεις και φύλλα σε όλο το μήκος τους και λευκό τρίχωμα.
Φύλλα με 8-32 ζεύγη φυλλαρίων. Φυλλάρια γραμμοειδή-λογχοειδή, λεία ή ελαφρώς τριχωτά στην πάνω επιφάνεια.
Ταξιανθίες πλευρικές, στις μασχάλες των μεσαίων και ανώτερων φύλλων.
Άνθη λεμονοκίτρινα έως πρασινοκίτρινα.
Καρπός χέδρωπας, ωοειδής.
Άνθιση: μέσα Απριλίου - μέσα Μαΐου.

*** Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (RDB 2009).

Ετυμολογία:
Astragalus > αστράγαλος (φυτό που αναφέρει ο Πλίνιος) > αστήρ + γάλα ==> από το χρώμα και το σχήμα των ανθέων - οι αρχαίοι πίστευαν ότι η βρώση του φυτού αυξάνει το γάλα των κατσικιών.
drupaceus > druppa & drupa > δρύππα (υπερώριμος καρπός ελιάς) > δρύπη (καρπός με ξυλώδη πυρήνα - κουκούτσι) = δρυπώδης.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Onosma kaheirei

Κλικ στην φωτογραφία για μεγέθυνση

Το Όνοσμα του Ρέχινγκερ (Onosma kaheirei, Teppner 1988 είναι ελληνικό ενδημικό, με περιορισμένη εξάπλωση σε Στερεά Ελλάδα (βουνά της Αττικής), Πελοπόννησο (Παναχαϊκό) και κεντρική Εύβοια.
Το φυτό σχηματίζει χαμηλούς θάμνους με μορφή μαξιλαριού. Έχει ξυλώδη βάση. Γενικά είναι τριχωτό φυτό στα φύλλα και τους κάλυκες. 
Φύλλα στενά λογχοειδή, με τα περιθώριά τους να γυρίζουν προς τα μέσα.
Βιότοπος: βράχοι, βραχώδεις πλαγιές και ξέφωτα αειθαλών δασών.
Άνθη: σωληνοειδή, σε χρώμα κίτρινο-λεμονί και καλυμμένα με κοντό χνούδι.

Ετυμολογία:
Onosma > Όνος + οσμή. Επειδή η οσμή του προσελκύει τους όνους (γαϊδούρια)   
kaheirei > από το αρτικόλεξο του ονόματός του Αυστριακού βοτανικού Ρέχινγκερ (Karl Heinz Rechinger).